Καρύταινα - ©NikosT - ©Walking in Hellas - ©Photo-News.gr

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Καρύταινα

Η Καρύταινα είναι χτισμένη σε κορυφή λόφου γύρω από το μεσαιωνικό κάστρο. Βρίσκεται στο χώρο της αρχαίας Βρένθης
Η Καρύταινα (γράφεται και Καρίταινα) είναι χωριό της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Είναι χτισμένη σε κορυφή λόφου γύρω από το μεσαιωνικό κάστρο. Βρίσκεται στο χώρο της αρχαίας Βρένθης. O οικισμός διακρίνεται ιδιαίτερα για τον μεσαιωνικό της χαρακτήρα που της προσδίδουν τα σπίτια, το κάστρο και οι βυζαντινού ρυθμού εκκλησίες. Έχει αναγνωριστεί ως παραδοσιακός οικισμός.
Η Καρύταινα αναφέρεται για πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή υπήρξε πρωτεύουσα μίας από τις βαρωνίες των Φράγκων. Στη γαλλική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως αναφέρεται ως Caraintaine. Τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας, την βαρονία της την κατείχε η οικογένεια των Ντε Μπρυγιέρ (ή Ντε Μπριέλ). Στην οικογένεια αυτή αποδίδεται και η κατασκευή του κάστρου της Καρύταινας που χτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν τα ερείπια της αρχαίας Βρένθης που ήταν χτισμένη στην ίδια τοποθεσία. Το εντυπωσιακό και ισχυρό κάστρο της Καρύταινας προσέδωσε στην πόλη στρατηγική σημασία και την ασφάλισε αποτελεσματικά. Αργότερα, η Καρύταινα πέρασε στην εξουσία του Δεσποτάτου του Μορέως, καθώς το 1320 εξαγοράστηκε από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο. Από το 1461 κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Στην τουρκοκρατία παρέμεινε σημαντικό εμπορικό κέντρο, που απελευθέρωσαν το 1821 οι Έλληνες. Την 25 Μαρτίου 1821 επαναστάτες από το Ζυγοβίστι υπό τον Θεοδόσιο Καρδαρά και από τη Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα υπό τον Κωνσταντίνο Αλεξανδρόπουλο κατέβηκαν για να συλλάβουν τους εκεί Τούρκους αλλά αυτοί πρόλαβαν και κλείστηκαν στο παλαιό οχυρό της πόλης όπου πολιορκήθηκαν. Το 1826 χρησιμοποίησε ο Κολοκοτρώνης το κάστρο της ως ορμητήριο κατά του Ιμπραήμ και ως καταφύγιο των γυναικών και των παιδιών.
Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, η Καρύταινα υπήρξε πρωτεύουσα του τοπικού δήμου της περιοχής, του Δήμου Γόρτυνος, ο οποίος λειτούργησε αρχικά στο διάστημα 1835-1912. Το 1912 ο δήμος καταργήθηκε και η Καρύταινα έγινε έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Το 1999 με την εφαρμογή του προγράμματος Καποδίστριας, επανασυστάθηκε ο δήμος Γόρτυνος με έδρα του πάλι την Καρύταινα. Ο δήμος καταργήθηκε για δεύτερη φορά το 2011 με το πρόγραμμα Καλλικράτης και αποτέλεσε μέρος του Δήμου Μεγαλόπολης.
Η Καρύταινα είναι ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός, καθώς διατηρεί το χρώμα της μεσαιωνικής καστροπολιτείας. Κύριο αξιοθέατο είναι το κάστρο της, χτισμένο στην κορυφή του λόφου πάνω από τον οικισμό. Έχει μήκος που ξεπερνά τα 110 μέτρα και πλάτος που ξεπερνά τα 40. Τα τείχη του φτάνουν σε ύψος μέχρι τα 7 μέτρα και σε πλάτος μέχρι τα 2. Κοντά στην Καρύταινα ρέει ο ποταμός Αλφειός, ο οποίος σχηματίζει στα δυτικά της Καρύταινας μεγάλο φαράγγι, συμβάλλοντας στη φυσική οχύρωση της περιοχής. Πάνω στον Αλφειό, κοντά στην Καρύταινα, διασώζονται δύο παραδοσιακά γεφύρια, το γεφύρι του Κούκου και το γεφύρι της Καρύταινας. Το πρώτο είναι μονότοξο, χτισμένο το 1880 και διασώζεται σήμερα σε καλή κατάσταση. Το δεύτερο ήταν πεντάτοξο, όμως σε μία μάχη την περίοδο του εμφυλίου καταστράφηκε η κύρια καμάρα του και παραμένει έως σήμερα κατεστραμμένο. Δίπλα του διέρχεται ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που συνδέει την Καρύταινα με την Μεγαλόπολη. Στην περιοχή αυτή λειτουργούσαν στο παρελθόν πολλοί νερόμυλοι, ερείπια των οποίων σώζονται ακόμα. Η Καρύταινα έχει εντυπωσιακή εικόνα όταν την αντικρίζει ο επισκέπτης από μακριά. Παλαιότερα απεικονιζόταν στην μία πλευρά του χαρτονομίσματος των 5.000 δραχμών. Ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης, όταν την επισκέφθηκε, την χαρακτήρισε Τολέδο της Ελλάδας.
wikipedia
Η γέφυρα της Καρύταινας και το παρεκκλήσι της
Πρόκειται για μία από τις αρχαιότερες γέφυρες στην Πελοπόννησο, και μάλιστα την κατασκευή του στοιχειώνει ο θρύλος που θέλει θυσία αίματος για να στεριώσει ένα γεφύρι. Το ιστορικό γεφύρι της Καρύταινας βρίσκεται επί του Αλφειού, κάτω από την ομώνυμη ιστορική κωμόπολη.
Τα βάθρα του ακουμπούν πάνω σε πέτρα, εξασφαλίζοντας μεγάλη ανθεκτικότητα. Αποτελείται από πέντε άνισα τόξα με ορθογώνια ανακουφιστικά ανοίγματα, έχει ύψος 12 μέτρα, μήκος 50 και το μεγαλύτερο τόξο έχει άνοιγμα 8,75 μέτρα.
Ο θρύλος λέει ότι στα θεμέλιά του οι μάστορες έχτισαν μια πριγκίπισσα των Φράγκων, τον μακρινό μεσαίωνα -περίπου μέσα 13ου αιώνα- που χτίστηκε το πρώτο γεφύρι.
Κατά την Ύστερη Βυζαντινή εποχή πήρε τη σημερινή του μορφή, με τα πολλά ορθογώνια ανακουφιστικά ανοίγματα, και συγκεκριμένα το 1441, όταν ανακατασκευάστηκε από τον Ραούλ Μανουήλ Μελική, γόνο σπουδαίας βυζαντινής οικογένειας. Από τον ίδιο χτίστηκε και ένα τόξο σε μεσόβαθρο, που ακουμπάει πάνω σε βράχο (το δεύτερο τόξο από ανάντη) και λειτουργούσε σαν ανακουφιστικό.
Η ιστορία λέει ότι ο Ραούλ Μανουήλ προσπάθησε να περάσει το ποτάμι, αλλά κόντεψε να πνιγεί, επειδή το παλαιό γεφύρι ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Σώθηκε και αποφάσισε να το επιδιορθώσει.
Στη μια πλευρά της γέφυρας, είναι γαντζωμένο ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου, με σκαλιά μπροστά στην είσοδό του. Το εσωτερικό του παρεκκλησιού είναι πολύ λιτό, με τρεις μικρές αψίδες που ίσα διακρίνονται, ενώ έχουν σωθεί αχνά σπαράγματα από αγιογραφίες στους τοίχους του. Δυστυχώς, όμως, πολλοί περαστικοί δίχως ίχνος αίσθησης του πολιτισμού άφησαν χαραγμένο το όνομά τους στους πέτρινους τοίχους του. Παραδοσιακά, οι Βυζαντινοί τοποθετούσαν ένα παρεκκλήσι στα γεφύρια για να τα φυλάει. Μέσα στο παρεκκλήσι του γεφυριού της Καρύταινας υπάρχει εντοιχισμένη επιγραφή που αναφέρει την ανακατασκευή του γεφυριού από τον Ραούλ Μανουήλ Μελική το 1441, η οποία όμως δεν έχει σωθεί.
Σε γκραβούρα του 1830, φαίνεται καθαρά ένα πολύ έντονο σαμάρι πάνω από τη μεσαία και μεγαλύτερη καμάρα. Προφανώς θα έγιναν κάποιες τροποποιήσεις στο γεφύρι στις αρχές του 19ου αιώνα.
Το σίγουρο είναι ότι το πάνω από τις θυρίδες μέρος είναι και αυτό προσθήκη του 19ου αιώνα.
Η γέφυρα συνέδεε το κάστρο της Καρύταινας με τη Μεσσηνία, και αποτελούσε πέρασμα από την Αρκαδία προς τη Μεσσηνία και την Ηλεία και αντιστρόφως. Ακριβώς δίπλα της, στέκει χτισμένη η τσιμεντένια γέφυρα του 1950, και η σύγκριση μεταξύ τους είναι αναπόφευκτη. Η παλιά γέφυρα είναι ένα κόσμημα αρχιτεκτονικής και καλαισθησίας.
Από την παλαιά γέφυρα, σήμερα σώζονται τρία τόξα και το γκρεμισμένο κομμάτι έχει αντικατασταθεί από ελαφριά ξύλινη γέφυρα. Η γέφυρα απεικονιζόταν στο ξεχασμένο πια πεντοχίλιαρο.
Κατά την Τουρκοκρατία, η γέφυρα της Καρύταινας έγινε πεδίο μαχών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πολλές φορές, και κυρίως κατά τους χρόνους της Επανάστασης, καθώς ήταν από τα λίγα περάσματα από Γορτυνία προς Μεσσηνία και Ηλεία.
Και μάλιστα, εκεί στα τέλη Μαρτίου του 1821, στις 26 του μήνα, στη γέφυρα της Καρύταινας, οι επαναστάτες σκότωσαν έναν Τούρκο αγγελιαφόρο, επεισόδιο που θεωρείται ως η πρώτη προκλητική πράξη των επαναστατών εναντίον των Τούρκων. Επάνω στον αγγελιαφόρο ανακάλυψαν μια επιστολή των Φαναριτών Τούρκων προς τους Τούρκους της Καρύταινας. Τους ειδοποιούσαν ότι την επόμενη ημέρα θα περνούσαν από την Καρύταινα για να μεταβούν και να ασφαλισθούν στην Τριπολιτσά και τους καλούσαν να ενωθούν μαζί τους. Οι Έλληνες ειδοποίησαν αμέσως τον Κολοκοτρώνη που βρισκόταν στο Δεδέμπεη (χωριό ανάμεσα στο Λεοντάρι και την Καρύταινα). Ο Γέρος χωρίς χρονοτριβή κατέλαβε έναν στενό δρόμο που βρισκόταν στην τοποθεσία Άγιος Αθανάσιος έξω από την Καρύταινα. Οι Φαναρίτες έπρεπε να εξοντωθούν με κάθε θυσία, καθώς ήταν από τους πλέον αξιόλογους ντόπιους Τούρκους πολεμιστές.
Η γέφυρα της Καρύταινας αναφέρεται από τον Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ, ο οποίος λέει ότι «στην έξοδο της κοιλάδας του Σινάνου, ο Ωρφιάς κυλάει πάνω στο έδαφος της Καρύταινας, της αρχαίας χώρας των Τρικολόνων, της πάντοτε εύφορης και με άφθονα κοπάδια. Αφού περάσει κάτω από τη γέφυρα που οδηγεί στη Καρύταινα, ο ποταμός δέχεται, από την δεξιά όχθη του, το Ατσίχολο ή ποτάμι του Χατζή – Ογλού».
Αναφορά στη γέφυρα κάνει ο Κολοκοτρώνης όταν στις 29.3.1821 οι Τούρκοι του Φαναριού θέλοντας να ενωθούν μ' αυτούς του κάστρου της Καρύταινας αναφέρει: «Φράξαμε τον τόπο να μην περάσουν οι Τούρκοι από το γεφύρι με είκοσι ανθρώπους».
Επίσης στη γέφυρα της Καρύταινας αναφέρεται πάλι ο Πουκεβίλ κατά την επιστροφή του από τη Μεσσηνία λέγοντας: «Τριάντα πέντε λεπτά από εκεί, αφού διαβούμε μέσα από την κοίτη τους δύο ρυάκια, φτάνουμε στα Κυπαρίσσια, έναν οικισμό στα περίχωρα της Βασιλίδας... Στην αντίπερα όχθη του Αλφειού διακρίνουμε δύο εκκλησίες, που πιστεύεται ότι κτίστηκαν εκεί όπου ανθούσε άλλοτε η Τοκναία. Προς την πλευρά του όρους Λυκαίου προβάλλει η Μουριά κι ο χείμαρρος Βαθύρεμα, που είναι το Νυμφαίο της Αρκαδίας. (...) Μια λεύγα από εκεί διαβαίνουμε πάνω από ένα γεφύρι τον Αλφειό, κι ευθύς μπαίνουμε στο παζάρι της Καρύταινας».
Για τη γέφυρα αυτή ο δρ Αργύρης Π. Πετρονώτης αναφέρει: «Η γέφυρα της Καρύταινας, από όσα γνωρίζω, προσφέρει μοναδικά παράδειγμα σημαντικής υδροδυναμικής βελτίωσης της γεφυροποιίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο: το σώμα της δεν είναι ευθύγραμμο σε κάτοψη, αλλά παρουσιάζει ελαφριά κύρτωση προς τα ανάντη, ώστε να μπορεί να αντιστέκεται αποτελεσματικότερα στην ορμή του ποταμού σε ώρα πλημμύρας».
Η μεσαία καμάρα ανατινάχτηκε στο τέλος της δεκαετίας του '40, κατά τον εμφύλιο πόλεμο.

arcadiaportal.gr
Βυζαντινός Ναός Αγίου Νικολάου Καρύταινας
Η εκκλησία, που βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού χρονολογείται στον 13ο αιώνα και έχει την τυπική βυζαντινή κάτοψη της εποχής ενώ ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η αγιογράφησή της αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανήκει στην περίοδο της ακμής της βυζαντινής τέχνης.
 
©copyright design and developer 2016 - 2017 ©NikosT All rights reserved
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού