Κατανοώντας τη λειτουργία του αισθητήρα. - ©NikosT - ©Photo-News.gr

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Κατανοώντας τη λειτουργία του αισθητήρα.


Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια σε βάθος ανάλυση της κατασκευής και της λειτουργίας του αισθητήρα μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής.  Είναι, περισσότερο ένα βοήθημα που εστιάζει στα κυριότερα γνωρίσματα, με στόχο να βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει τις βασικές αρχές για τη δομή και τη λειτουργία των αισθητήρων. Έτσι, ο ενδιαφερόμενος θα μπορέσει να προχωρήσει στην αγορά μιας ψηφιακής μηχανής, η οποία να ταιριάζει πραγματικά στις ανάγκες του, ή να κάνει μια σωστή «αναβάθμιση».

Γενικά

Οι αισθητήρες που χρησιμοποιούνται σήμερα στις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, από αυτούς των φθηνότερων compact έως εκείνους των μηχανών μεσαίου φορμά, κατασκευάζονται (περίπου) με τον ίδιο τρόπο.
Ασχέτως σχεδιασμού (CCD ή CMOS), ο αισθητήρας είναι απλώς ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα, που αρχικά είχε σχεδιαστεί ως αποθηκευτικό μέσο. Πρόκειται για ένα τσιπ το οποίο αποτελείται από πολλές σειρές φωτοευαίσθητων «κελιών», τα οποία με τη σειρά τους, σχηματίζουν μια μήτρα (μια διάταξη σαν σκακιέρα).
Κάθε κελί περιέχει μια ειδική «φωτοδίοδο», η οποία (λόγω του φωτοηλεκτρικού φαινομένου), παράγει ηλεκτρικό φορτίο μόλις πέσει φως πάνω της. Πρόκειται για την ίδια αρχή που χρησιμοποιείται και στα φωτόμετρα. Το φορτίο είναι τόσο μεγαλύτερο όσο περισσότερο είναι το φως και αποθηκεύεται στον μικρό πυκνωτή που περιλαμβάνει κάθε κελί.
Το γινόμενο του αριθμού φωτοευαίσθητων κελιών κάθε σειράς επί τον αριθμό των σειρών, μας δίνει το μέγεθος του αισθητήρα σε εικονοστοιχεία (pixels). Πρέπει να τονισθεί πως, (όπως συμβαίνει και στα φωτόμετρα), οι ειδικές φωτοδίοδοι είναι ευαίσθητες μόνο στην ένταση του φωτός. Έτσι, για να καταγραφεί το χρώμα χρησιμοποιούνται ειδικά χρωματιστά φίλτρα (κόκκινο, πράσινο και μπλε), ένα για κάθε χρώμα. Στην απλούστερη διάταξη, η επιφάνεια κάθε κελιού χρωματίζεται ώστε το κελί αυτό να μπορεί να συλλάβει φως μόνο ενός από τα τρία κύρια χρώματα. Η σύνθεση των τριών αυτών χρωμάτων, σε διαφορετικά ποσοστά δίνει όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις που μπορεί να διακρίνει το ανθρώπινο μάτι (μοντέλο RGB).
Σήμερα, η μορφή CCD χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την κατασκευή αισθητήρων, ενώ η μορφή CMOS χρησιμοποιείται επίσης και για την κατασκευή μονάδων μνήμης των υπολογιστών, επεξεργαστών κ.α.

CMOS και CCD



Η μορφή CMOS (Complementary Metal Oxide Semiconductor) είναι σήμερα η κύρια μορφή σχεδιασμού chip. Ένας αισθητήρας CMOS έχει, συγκριτικά, μεγάλη πυκνότητα κυκλωμάτων.
Αυτό επιτρέπει στον κατασκευαστή να ενσωματώσει κάποιες επιπλέον λειτουργίες στο chip, όπως π.χ. μετατροπή αναλογικού σήματος σε ψηφιακό (analog to digital conversion – ADC) κα. Έτσι, καταλήγουμε σε ένα προϊόν με πληθώρα λειτουργιών και μικρό μέγεθος που, ως αποτέλεσμα, έχει χαμηλό συνολικό κόστος κατασκευής. Επιπρόσθετα, έχει και συγκριτικά χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας.
Το CCD (Charge-Coupled Device), ανακαλύφθηκε από τον George Smith και τον Willard Boyle στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως μονάδα μνήμης. Σε σύγκριση με το CMOS, για τη λειτουργία του χρειάζεται κάποια επιπλέον κυκλώματα επεξεργασίας (εκτός chip), κάτι που οδηγεί σε υψηλότερο κόστος κατασκευής.
Παρά το γεγονός,  σήμερα το CCD χρησιμοποιείται στις περισσότερες φωτογραφικές μηχανές που κατέχουν υψηλή θέση στην αγορά, όσον αφορά την ικανότητά τους να «συλλαμβάνουν» την εικόνα.
Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι ψηφιακές μηχανές μεσαίου φορμά (Hasselblad) καθώς και οι ψηφιακές πλάτες (Phase One, Leaf). Ο λόγος είναι η υψηλή ποιότητα εικόνας που προσφέρει. Οι αισθητήρες CCD έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στο φως, χαμηλότερα επίπεδα θορύβου (noise) και υψηλότερη δυναμική κλίμακα (dynamic range). Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν στην αγορά μηχανές με αισθητήρα CMOS ικανές να παράγουν υψηλής ποιότητας εικόνες.

Μέγεθος των Pixel και Θόρυβος.



Το φυσικό μέγεθος του αισθητήρα και το μέγεθος των μεμονωμένων pixel, είναι παράγοντες που συνδυάζονται για να καθορίσουν, όχι μόνο το κόστος ενός αισθητήρα, αλλά και πολλές πτυχές της απόδοσής του. Περισσότερα pixel σημαίνει υψηλότερη ανάλυση.
Αλλά επίσης, σημαίνει και είτε περισσότερα pixel  σε έναν αισθητήρα, είτε έναν αισθητήρα μεγαλύτερου μεγέθους.

Πράγματι, ο μόνος τρόπος να προστεθούν περισσότερα pixel σε έναν αισθητήρα, ενός δεδομένου μεγέθους, είναι να γίνουν μικρότερα. Αλλά, καθώς τα pixel γίνονται μικρότερα είναι λιγότερο ικανά να συλλάβουν τα φωτόνια, και επομένως η αναλογία τους σήματος/θορύβου αυξάνεται.
[Όλα τα ηλεκτρονικά κυκλώματα έχουν έμφυτο θόρυβο. Όσο υψηλότερο είναι το σήμα που λαμβάνουν, (περισσότερο φως εν προκειμένω), τόσο χαμηλότερος είναι ο θόρυβος σε σχέση με εκείνο το σήμα].

Φυσικά, οι κατασκευαστές αισθητήρων και οι κατασκευαστές φωτογραφικών μηχανών συνεχίζουν να βελτιώνουν τις ικανότητες μείωσης θορύβου των κυκλωμάτων τους. Αλλά οι νόμοι της φυσικής δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.
Και, υποθέτω πως οποιαδήποτε τεχνολογία κι αν χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του θορύβου στα νέα σχέδια των αισθητήρων με τα μικρότερα pixel, μπορεί εξίσου καλά να εφαρμοστεί σε εκείνους με μεγαλύτερα pixel.
Έτσι, ενώ βλέπουμε μεμονωμένες βελτιώσεις, σχετικά μιλώντας, το χάσμα μεταξύ τους παραμένει κατά προσέγγιση το ίδιο.

Αυτό φάνηκε σε αισθητήρες υψηλής ποιότητας, κατασκευασμένους από την  Kodak, που χρησιμοποιούνται σε ορισμένες ψηφιακές πλάτες μεσαίου φορμά. Ο αισθητήρας 22Mp που χρησιμοποιείται στη Phase One P25 έχει μεγάλα pixel, μεγέθους 9 microns. Όταν παρουσιάστηκε στην αγορά, πριν μερικά χρόνια, θεωρήθηκε ουσιαστικά χωρίς θόρυβο σε ISO 50 (default setting).

Από την άλλη, ο αισθητήρας 39Mp, που χρησιμοποιείται στην πλάτη Phase One P45, (κατασκευασμένος κι αυτός από την Kodak, στα τέλη του 2005), χρησιμοποιεί pixel 6,8 microns – περίπου 25% μικρότερα. Κι όμως, η Kodak δηλώνει πως ο αισθητήρας της P45, έχει ένα ισοδύναμο λόγο σήματος/θορύβου με αυτόν της P25! Αυτό υποστηρίζεται και από δοκιμές φωτογράφων που τις χρησιμοποίησαν, και φαίνεται να είναι αλήθεια. Μήπως αυτό σημαίνει πως πρέπει να περιμένουμε ολοένα και αυξανόμενες πυκνότητες pixel; Είναι πιθανόν.

Διαδικτυακοί φίλοι, μεταφέρουν φήμες ότι η Kodak θα είναι σε θέση να κατασκευάσει, μέσα στα επόμενα χρόνια, έναν αισθητήρα 55Mp για φορμά 645 με λόγο σήματος /θορύβου ισοδύναμο. Δεν είμαι καλός στα μαθηματικά, αλλά αυτό πιθανόν να σημαίνει ένα pixel μεγέθους περίπου 5 microns, το οποίο φαίνεται να πλησιάζει πολύ κοντά στα πρακτικά όρια μείωσης θορύβου, που η on-chip τεχνολογία μπορεί να χειριστεί, και παρά το γεγονός, να συνεχίζει να παράγει ποιοτικές εικόνες.

Οι Φυσικοί Νόμοι.

Το ορατό φως κυμαίνεται στα μήκη κύματος μεταξύ 400nm και 750nm (0,4 – 0,75 microns).
Είναι προφανές πως, ένα μεμονωμένο pixel δεν μπορεί να έχει αντίστοιχο μέγεθος και να εξακολουθεί να καταγράφει φωτόνια. Οι μικρότερες συσκευές καταγραφής εικόνας, που κυκλοφορούν σήμερα στο εμπόριο είναι (συνήθως) εφοδιασμένες με μικρούς αισθητήρες μιας τάξης μεγέθους 2,2 microns περίπου, και όπως είναι γνωστό μπορούν να είναι παράγουν αρκετό θόρυβο.
Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι περισσότερες ψηφιακές compact. Με τόσο μικρό μέγεθος pixel, απλώς δεν μπορούν να συλλάβουν αρκετά φωτόνια για να μειωθεί το έμφυτο επίπεδο θορύβου τους.
Από την άλλη, οι μονοοπτικές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές (D-SLR) προσφέρονται σε μια ποικιλία από 8Mp – 16Mp και, ως επί το πλείστον, ενσωματώνουν αισθητήρες μεγέθους APS (23,5Χ15,5mm περίπου). Οι κατασκευαστές των D-SLRs φαίνεται να έχουν υιοθετήσει ένα μέγεθος pixel περίπου 5-6 microns και έτσι προσφέρουν έναν βέλτιστο συνδυασμό ανάλυσης, χαμηλού θορύβου και λογικής τιμής αγοράς.
Εν περιλήψει, εάν στοχεύετε πάντα για την υψηλότερη ανάλυση με ένα μικρό αισθητήρα, κάτι θα θυσιάσετε. Όσο μικρότερα τα pixel, τόσο χαμηλότερη η ποιότητα σε σύγκριση με έναν παρόμοιο αισθητήρα με μεγαλύτερα pixel. Τα πολύ μικρά pixel (κάτω από 5 microns) αρχίζουν να «παίζουν» με τους νόμους της φυσικής, όπου ο λόγος σήματος/θορύβου, και η περιορισμένη τους ικανότητα να συλλάβουν αρκετά φωτόνια, περιορίζουν και τη δυνατότητά τους να υποστηρίξουν σημαντικές βελτιώσεις, δεδομένων των γνωστών τεχνολογιών.Σε ευχαριστώ πολύ.

Κατανοώντας τα Μεγέθη.



Έχουμε, ως τώρα, αρκετές πληροφορίες για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το ζήτημα του σχετικού μεγέθους των αισθητήρων, της ποιότητας εικόνας που προσφέρουν, αλλά και των δαπανών. Αν προσπαθούσα να το θέσω απλά, λακωνικά, θα έλεγα πως, ο μεγαλύτερος αισθητήρας είναι καλύτερος και κοστίζει περισσότερο. Αυτή φαίνεται να είναι και η θέση των κατασκευαστών. (Και ίσως αυτό να αποτελεί και τον πυρήνα οποιασδήποτε συζήτησης γύρω από τους αισθητήρες ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών.)

Η δήλωση «μεγαλύτερος είναι καλύτερος», έχει σαφώς και αντίστοιχες επιπτώσεις στην ανταγωνιστική αγορά. Πριν την έλευση της ψηφιακής φωτογραφίας, όταν όλοι οι ασχολούμενοι με τη φωτογραφία χρησιμοποιούσαν φιλμ, κανένας δεν αμφισβήτησε ποτέ το γεγονός ότι το μεγάλο φορμά παρήγαγε ανώτερη ποιότητα εικόνας απ’ ότι το μεσαίο, και ότι το μεσαίο πρόσφερε υψηλότερη ποιότητα εικόνας από το φορμά των 35mm κ.ο.κ., προχωρώντας προς μικρότερα φορμά, (αν, βέβαια, δεν λάβουμε υπ’ όψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ευκολία ή δυσκολία χρήσης του καθενός).
Όταν, π.χ., κατά την εκτύπωση, μεγεθύνουμε ένα αρνητικό μεσαίου φορμά, το γεγονός ότι απαιτείται μια μεγέθυνση μόλις 4X, έναντι μιας μεγέθυνσης 8X ενός αρνητικού 35mm, για να επιτευχτεί μια (κατά προσέγγιση) ιδίου μεγέθους εκτύπωση, έδωσε στο μεσαίο φορμά ένα σημαντικό πλεονέκτημα (και πάλι, αν δεν λάβουμε υπ’ όψιν ειδικά χαρακτηριστικά όπως, ποιότητα φακών, εμφάνιση φιλμ, κλπ).
Ακόμη και σε εκτυπώσεις μεσαίου μεγέθους η διαφορά ήταν εμφανής. Κάτι παρόμοιο ισχύει, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, σήμερα και με την ψηφιακή φωτογραφία.

Στην ψηφιακή φωτογραφία, έχει συχνά υποστηριχτεί πως εφ’ όσον μια εικόνα δεν πρόκειται να μεγεθυνθεί πέρα από την αναλυτική δυνατότητα του μέσου παραγωγής (π.χ. 300ppi για μια εκτύπωση inkjet), δεν υπάρχει κανένα μειονέκτημα σε ένα μικρότερο αισθητήρα. Ίσως… αλλά, ίσως και όχι.

Κατ’ αρχάς, φαίνεται λογικό και, συγκρίνοντας εικόνες των D-SLRs με αισθητήρες μεταξύ π.χ. 7Mp και 10Mp, (που επικρατούν στην αγορά σήμερα), φαίνεται να ισχύει και εμπειρικά. Αλλά, δεν ισχύει καθόλου όταν οι διαφορές στο μέγεθος των αισθητήρων είναι μεγαλύτερες.

Παραδείγματος χάριν, αν πάρουμε ένα αρχείο από μια Canon 5D (13MP) και από μια Canon 1Ds MKII (16MP), ακόμη και ένα έμπειρο μάτι θα δυσκολευτεί πολύ να δει τη διαφορά, (για οποιαδήποτε μεγέθους εκτύπωση), ειδικά όταν αποκλείονται παράγοντες όπως ο θόρυβος.

Αλλά όταν μια D-SLR 8Mp, όπως είναι η Canon 30D, συγκρίνεται με μια άλλη 16Mp, όπως η Canon 1Ds MKII, τότε υπάρχει μια πολύ ορατή διαφορά, σχεδόν ανεξάρτητα από το μέγεθος εκτύπωσης. Ή όταν η Canon 5D συγκρίνεται με μια φωτογραφική μηχανή ή μια πλάτη 22Mp, η διαφορά είναι σαφώς ορατή, ακόμα και όταν είναι το μέγεθος εκτύπωσης είναι μέσα σε λογικά όρια. Γιατί συμβαίνει αυτό, και ποιοί παράγοντες συμβάλλουν στο αποτέλεσμα που βλέπουμε;

Λογαριθμική Πτώση.

Κάθε φωτογράφος είναι εξοικειωμένος με την κλίμακα f-stops, τον λόγο που εκφράζεται λογαριθμικά και δηλώνει τον διπλασιασμό ή υποδιπλασιασμό του φωτός, που φθάνει στον αισθητήρα ή στο φιλμ.

… F/2.8 – F/4 – F/5.6 – F/8 – F/11 – F16 – F/22 – F/32 – F/45…

Παρομοίως, πηγαίνοντας από έναν αισθητήρα των 6 Mp σε έναν των 11 Mp, διπλασιάζεται ο αριθμός των pixel, και η αναλογία των f-stops είναι ένας εύκολος (και βολικός) τρόπος για να το καταλάβουμε. Μπορεί να πρόκειται για σύμπτωση αλλά, ο σοβαρά ασχολούμενος θα έχει παρατηρήσει πόσο μοιάζει η κλίμακα αυξήσεων των στάνταρ f-stops με την κλίμακα αυξήσεων των Megapixel των αισθητήρων.
Π.χ. από F/5.6 (6Mp) στο F/8 (8Mp) είναι ένα stop, από F/11 (11Mp) σε f/16 (16Mp) είναι άλλο ένα, κ.ο.κ.

Αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε από την προσωπική μας εμπειρία, μια τέτοια αύξηση, ένας διπλασιασμός των pixel, δεν έχει ως αποτέλεσμα και έναν διπλασιασμό της ανάλυσης.
Θα λέγαμε ότι ένας τέτοιος διπλασιασμός έχει σαν αποτέλεσμα, μια αξιοπρόσεχτη, αλλά όχι δραματική, αύξηση. Χρειάζεται αύξηση των pixel κατά περίπου δύο “f-stops”, για να γίνει εμφανές το  πλεονέκτημα του μεγαλύτερου (σε pixel) αισθητήρα. Αυτό φαίνεται στην μετάβαση από μια φωτογραφική μηχανή των 6Mp σε μια των 11Mp, ή από μια ψηφιακή πλάτη των 16Mp σε ένα μοντέλο των 33Mp ή των 39Mp. Για να το πούμε απλά, χρειάζεται ένας τετραπλασιασμός της περιοχής για να έχουμε ως αποτέλεσμα μια σημαντική και ορατή διαφορά μεταξύ δύο αισθητήρων, ακόμα και όταν τα αποτελέσματά τους (οι παραχθείσες εικόνες) εκτυπώνονται (και οι δύο) εντός των ορίων της τεχνολογίας αναπαραγωγής (π.χ. 300ppi για μια εκτύπωση inkjet).

Τελευταία, γίνονται αρκετές συζητήσεις, σχετικά με το τι μπορεί να είναι αυτές οι διαφορές, και πως φαίνονται. Και φυσικά, υπάρχουν και αρκετές διαφωνίες.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι σε θέση να δουν οποιαδήποτε σημαντική διαφορά. Αν συμφωνείτε και όντως δεν βλέπετε καμιά διαφορά, όλα καλά, απλώς συνεχίστε όπως πριν. Δεν έχω σκοπό να σας βάλω σε περιττά έξοδα. Αυτό που λέω μόνο, είναι ότι στα δικά μου μάτια, (όπως και στα μάτια πολλών άλλων φωτογράφων), η διαφορά είναι ορατή.

Όμως, το τι βλέπουμε είναι ένα άλλο θέμα. Θα μπορούσα να το περιγράψω ως μικροαντιθέσεις, μικρο-κοντράστ. Πολύ λεπτές τονικές μεταβάσεις που φαίνεται να χάνονται με τα μικρότερα μεγέθη. Περίπου κάτι σαν αυτό που πάντα βλέπαμε, στον κόσμο του φιλμ, όταν συγκρίναμε μεγαλύτερα φορμά με μικρότερα.

«Όσο περισσότερο αλλάζουν τα πράγματα, τόσο παραμένουν τα ίδια».

Έτσι, μετά απ’ όλα αυτά, πού καταλήγουμε; Ελπίζω, με αρκετές πληροφορίες στις οποίες, αν προσθέσουμε και μερικά εμπειρικά στοιχεία να είμαστε σε θέση να συνάγουμε κάποια συμπεράσματα και να καταλήξουμε, ίσως, σε κάποιους γενικούς «κανόνες», βασιζόμενοι στη σημερινή τεχνολογία…

• οι αισθητήρες με pixel γύρω στα 6,8 microns, παράγουν την υψηλότερη ποιότητα εικόνας, με ελάχιστες απώλειες, συγκρινόμενοι με αυτούς που διαθέτουν μεγαλύτερα pixel.

• οι αισθητήρες με τα pixel μεταξύ 5 και 6,8 microns, είναι ικανοί να παράγουν άριστης ποιότητας εικόνες, αλλά ωθούνται κοντά στα όρια της τρέχουσας τεχνολογίας όταν χρησιμοποιούνται σε υψηλότερο δείκτη ISO, και υποφέρουν εν προκειμένω σε σύγκριση με τους αισθητήρες που διαθέτουν μεγαλύτερα pixel.

• απ’ ότι φαίνεται τα CMOS και CCD θα συνεχίσουν να μοιράζονται την αγορά. Παρά το γεγονός πως, όλο και περισσότερες εταιρείες κινούνται προς το CMOS για να μειώσουν τις δαπάνες, συνεχώς εμφανίζονται στην αγορά νέες φωτογραφικές μηχανές που χρησιμοποιούν CCD. Επίσης, το CCD φαίνεται να κυριαρχεί στις πλάτες μεσαίου φορμά.

• οι αισθητήρες μεγαλύτερου φυσικού μεγέθους, θα έχουν πάντα πλεονεκτήματα έναντι των μικρότερων. Αυτό σημαίνει ότι (αφήνοντας αρκετούς παράγοντες κατά μέρος) η ποιότητα εικόνας του μεσαίου φορμά θα είναι υψηλότερη από αυτήν του full καρέ 35mm, το οποίο θα είναι καλύτερο από το μέγεθος APS, που με τη σειρά του θα έχει ένα πλεονέκτημα έναντι του φορμά των  4/3, κ.ο.κ….

• κατά την αναβάθμιση από μια φωτογραφική μηχανή στην επόμενη, αυτοί οι παράγοντες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Βάζοντας κατά μέρος οποιεσδήποτε άλλες διαφορές ή/και πλεονεκτήματα, έχετε κατά νου ότι θα πρέπει να κάνετε μια «αύξηση δύο stop», για να είναι εμφανής η διαφορά ποιότητας, τόσο στην οπτική ανάλυση όσο και στην εκτύπωση. Έτσι, ενώ μια μετάβαση από μια φωτογραφική μηχανή των 6Mp σε μια των 12Mp θα αξίζει τον κόπο (και τα χρήματα), η αναβάθμιση από τα 6Mp στα 8Mp δεν έχει νόημα, όπως και η μετάβαση από τα 16Mp  στα 22Mp.

Το γεγονός παραμένει πως, (όπως από γενέσεως φωτογραφίας), διαφορετικά εργαλεία απευθύνονται σε διαφορετικούς ανθρώπους και ικανοποιούν τις ανάγκες διαφορετικών φωτογραφικών επιλογών και καταστάσεων. Η ίδια η φωτογραφική διαδικασία δεν άλλαξε, ούτε άλλαξε το γεγονός πως, στο τέλος αυτό που έχει σημασία είναι η εικόνα. Η έλευση της ψηφιακής φωτογραφίας δεν έκανε κανένα μας καλύτερο φωτογράφο, ούτε και τα περισσότερα Megapixel.
Απλώς, ο δρόμος διαπλατύνθηκε, αλλά η κατεύθυνσή του παραμένει η ίδια. Και σ’ αυτόν το δρόμο ανακαλύπτει ο καθένας μας τις αδυναμίες του και τα δυνατά του σημεία. Η κάθε φωτογραφική μηχανή, είναι απλώς και μόνον ένα μέσο. Η καθεμιά έχει την χρήση της, τις ικανότητες και τα αποτελέσματά της. Και είναι όλα θεμιτά. Αλλά, όχι όλα μαζί.
Ένα τη φορά.

 
©copyright design and developer 2016 - 2017 ©NikosT All rights reserved
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού