Λίμνη Δόξα Φενεού - ©NikosT - ©Walking in Hellas - ©Photo-News.gr

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Λίμνη Δόξα Φενεού

 
H λίμνη Δόξα Φενεού
 
H λίμνη Δόξα είναι μία τεχνητή λίμνη σε υψόμετρο 900 μέτρων, η οποία βρίσκεται στην Αρχαία Φενεό Κορινθίας. Η κατασκευή της ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και στηρίχτηκε στον χείμαρρο Δόξα που ρέει σε εκείνη την περιοχή. Κατά το παρελθόν η λίμνη έχει πλημμυρίσει αρκετές φορές καλύπτοντας όλο τον ευρύτερο κάμπο της Φενεού και καταστρέφοντας τις καλλιέργειες των τότε κατοίκων της περιοχής. Στο κέντρο της λίμνης υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου.Το εκκλησάκι πανηγυρίζει στις 27 Αυγούστου, μέρα ονομαστικής εορτής του Αγίου, καθώς και τη μέρα εορτασμού των Φώτων, όπου γίνεται καθαγιασμός των υδάτων της λίμνης. Παλαιότερα υπήρχε εκεί η Μονή Αγίου Γεωργίου αλλά λόγω των πλημμυρών μεταφέρθηκε σε μικρή απόσταση από την αρχική της θέση, σε διπλανό ύψωμα. Πολύ κοντά στην λίμνη βρίσκεται το χωριό Γκούρα.
wikipedia
 
Μια τεχνητή ορεινή λίμνη που στα γαλαζοπράσινα νερά της καθρεφτίζονται ο επιβλητικός όγκος της Ντουρντουβάνας και τα πολύχρωμα μεικτά δάση της ορεινής Κορινθίας. Η λίμνη Δόξα βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο του νομού Κορινθίας, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τα σύνορα με τον νομό Αχαΐας. Στα δυτικά της λίμνης βρίσκεται το διάσελο του Κυνηγού που χωρίζει την Ντουρντουβάνα από τον υπόλοιπο Χελμό, στα βόρεια υψώνονται οι κορυφές Γαϊδουρόραχη, Αετοφωλιά και Προφήτης Ηλίας και στα ανατολικά και στα νότια απλώνεται η μεγάλη κοιλάδα του Φενεού.

Η λίμνη Δόξα βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων, καλύπτει μια έκταση 480 στρεμμάτων και η χωρητικότητα της φτάνει τα 5 εκατ. κυβικά μέτρα νερού. Η περίμετρος της, που διακρίνεται για τις εναλλαγές στο τοπίο με τα βράχια, τα υγρολίβαδα και τις καλαμιές, φτάνει τα 3,8 χλμ. Πρόκειται για μια σχετικά βαθιά λίμνη για το μικρό της μέγεθος, καθώς το βάθος της φτάνει τα 40 μέτρα. Η κατασκευή της Δόξας ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 με την δημιουργία ενός φράγματος μήκους 225 μέτρων στην κοίτη του χειμάρρου Δόξα που σκοπό είχε την κάλυψη των αρδευτικών αναγκών της κοιλάδας του Φενεού. Μέχρι τότε τα νερά του χειμάρρου ενώνονταν με τα νερά του ποταμού Όλβιου και συχνά πλημμύριζαν τη λεκάνη της πεδιάδας του Φενεού, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες. Στο κέντρο της λίμνης υπάρχει μια στενόμακρη λωρίδα γης που καταλήγει στο γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου, ενώ στις βορινές πλαγιές στέκεται αμφιθεατρικά η πανέμορφη μονή του Αγίου Γεωργίου Φενεού. Από τις όχθες της λίμνης ξεκινάει και ένα από τα ομορφότερα μονοπάτια της ορεινής Πελοποννήσου που περνάει μέσα από ένα πυκνό ελατοδάσος και φτάνει μέχρι την κορυφή της Ντουρντουβάνας στα 2.109 μέτρα. Η Δόξα, παρότι τεχνητή, θεωρείται μία από τις ομορφότερες ορεινές λίμνες της Ελλάδας, καθώς τα φθινοπωρινά χρώματα του δάσους που καθρεφτίζονται στα σμαραγδένια νερά δημιουργούν ένα μοναδικό τοπίο για την χώρα μας. Με τα χρόνια η λίμνη έχει εξελιχθεί σε σημαντικό οικοτουριστικό αξιοθέατο. Παράλληλα αποτελεί ιδανικό καταφύγιο για την άγρια ζωή της περιοχής, ενώ στα δάση και στις κοντινές κορυφές φυτρώνουν πολλά σπάνια και ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου.
 
Γύρω από τη λίμνη αναπτύσσεται ένα πυκνό δάσος κεφαλληνιακής ελάτης και μαυρόπευκων που σε πολλά σημεία ενώνεται με μεικτά δάση βελανιδιών, καστανιών, φτελιών και κοκκορεβυθιών. Σε κάποια σημεία της όχθης, δημιουργούνται μικρά λιβάδια στα οποία υψώνονται μεγάλες χνουδοβελανιδιές, πλατάνια, ιτιές, λεύκες, γκορτσιές και σφενδάμια, ενώ γύρω γύρω αναπτύσσονται μικροί καλαμιώνες. Στην χλωρίδα της περιοχής περιλαμβάνονται πολλά υδρόφιλα φυτά αλλά και είδη των γύρω βουνών. Από αυτά ξεχωρίζουν η Ficaria ficarioides, ο Schoenoplectus lacustris, ο φλώμος Verbascum macrurum, ο Melittis melissophyllum subsp albida, το γεράνι Geranium macrostylum, ο κρόκος Crocus olivieri subsp olivieri, η Gagea villosa και το Dichoropetalum vittijugum. Άλλα είδη της γύρω περιοχής είναι η Primula vulgaris subsp vulgaris, η Romulea bulbocodium, το Symphytum bulbosum, η Digitalis laevigata subsp graeca, η Anemone apennina subsp blanda, η ίριδα Iris unguicularis subsp carica, η Scilla subnivalis, το Cirsium eriophorum, η καμπανούλα Campanula spatulata subsp spruneriana, το Ligustrum vulgare, η Lemna minor, η βιόλα Viola odorata, η Colutea arborescens subsp arborescens, το Lamium garganicum subsp garganicum, το Asplenium ruta-muraria, το Epilobium hirsutum, ο Convolvulus betonicifolius subsp betonicifolius, το Galium verum subsp verum, η Rosa agrestis, το Tussilago farfara και το Asyneuma limonifolium subsp limonifolium. Οι ορχιδέες της περιοχής περιλαμβάνουν είδη, όπως το Cephalanthera rubra, το Cephalanthera damasonium, την Epipactis heleborine, την Dactylorhiza romana, την Dactylorhiza saccifera, το Limodorum abortivum, την Orchis simia, την Orchis pallens και την Ophrys reinholdii.
 
Παρότι η λίμνη βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο και περιστοιχίζεται από βουνά, διατηρεί μια πλούσια ορνιθοπανίδα που δεν φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Τα νερά της επισκέπτονται τακτικά πολλά υδρόβια και παρυδάτια πουλιά, όπως σταχτοτσικνιάδες, λευκοτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες, νυχτοκόρακες, νανοβουτηχτάρια, σκουφοβουτηχτάρια, κύκνοι, φαλαρίδες, νερόκοτες, πρασινοκέφαλες πάπιες, κ.ά. Από τα αρπακτικά στα γύρω βουνά και κοντά στη λίμνη πετούν χρυσαετοί, φιδαετοί, σφηκιάρηδες, γερακίνες, ξεφτέρια, διπλοσάινα, πετρίτες και βραχοκιρκίνεζα, ενώ από τα νυχτόβια αρπακτικά εδώ ζούνε μπούφοι, χουχουριστές και κουκουβάγιες. Στις όχθες της λίμνης ψάχνουν για τροφή οι αλκυόνες, οι σταχτοσουσουράδες και οι κιτρινοσουσουράδες, ενώ συχνά εμφανίζονται και ακτίτες. Η ορνιθοπαρατήρηση στις όχθες της Δόξας είναι απολαυστική, καθώς στα γύρω δέντρα εμφανίζονται πολλά μικροπούλια, όπως τρυποφράχτες, θαμνοψάλτες, κοκκινολαίμηδες, αηδόνια, ψευταηδόνια, φοινίκουροι, σταχτοπετρόκληδες, καστανολαίμηδες, μαυρολαίμηδες, μαυροσκούφηδες, μελωδοτσιροβάκοι, θαμνοτσιροβάκοι, κοκκινοτσιροβάκοι, δασοφυλλοσκόποι, πυρροβασιλίσκοι, χρυσοβασιλίσκοι, δεντροτσοπανάκοι, δεντροβάτες, σταχτομυγοχάφτες, καλόγεροι, ελατοπαπαδίτσες, κλειδωνάδες, αιγίθαλοι, σπίνοι, σκαθράκια, λούγαρα, καρδερίνες, φλώροι και κοκκοθραύστες. Άλλα είδη της περιοχής είναι οι μπεκάτσες, οι φάσσες, τα τρυγόνια, οι κούκοι, τα γιδοβύζια, οι βουνοσταχτάρες, οι τσαλαπετεινοί, οι μεσαίοι δρυοκολάπτες, οι δεντροσταρήθρες, τα σταβλοχελίδονα, τα μιλτοχελίδονα, οι νεροκελάδες, οι δεντροκελάδες, οι τσίχλες, οι γερακότσιχλες, οι κεδρότσιχλες, οι αετομάχοι, οι κίσσες, οι συκοφάγοι, τα σιρλοτσίχλονα, τα καλαμοτσίχλονα, τα βουνοτσίχλονα και οι τσιφτάδες.
 
 
Η πανίδα των αμφιβίων περιλαμβάνει αλπικούς τρίτωνες, σαλαμάνδρες, φρύνους, πρασινόφρυνους, δεντροβάτραχους, βαλκανοβάτραχους και γραικοβάτραχους. Η ερπετοπανίδα της λίμνης είναι ιδιαίτερα πλούσια και αποτελείται από μεσογειακές χελώνες, κρασπεδωτές χελώνες, κεφαλονίτικα κονάκια, τυφλίτες, γραικόσαυρες, τρανόσαυρες, σιλιβούτια, τοιχόσαυρες, σαύρες του Ταύρου, στεφανοφόρους, λαφιάτες, δεντρογαλιές, σαπίτες, νερόφιδα, λιμνόφιδα, σαΐτες, αγιόφιδα, σπιτόφιδα και οχιές. Είναι εντυπωσιακό ότι τα τελευταία χρόνια στα πυκνά δάση πάνω από τη λίμνη έχουν επιστρέψει τα σπάνια τσακάλια, ενώ περιστασιακά εμφανίζονται τα ζαρκάδια. Από τα υπόλοιπα θηλαστικά, απαντώνται αλεπούδες, νυφίτσες, κουνάβια, ασβοί, αγριόχοιροι, λαγοί, σκαντζόχοιροι, τυφλοπόντικες και πολλές νυχτερίδες. Πιθανολογείται ότι στη λίμνη ζούνε βίδρες, κάτι που όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί. Τα νερά έχουν εμπλουτιστεί με γριβάδια (Cyprinus carpio), ενώ εδώ ζει ένα ενδημικό είδος ψαριού της Πελοποννήσου, ο στυμφαλικός πελασγός (Pelasgus stymphalicus). Ωστόσο η λίμνη υπεραλιεύεται συστηματικά με αποτέλεσμα την ελάττωση των πληθυσμών των γριβαδιών. Τέλος, σημαντική είναι η παρουσία μεγάλων αριθμών από καραβίδες του είδους Astacus fluviatilis που ζούνε στον πυθμένα, αλλά και από ενδημικούς κάβουρες της Πελοποννήσου (Potamon pelops). Γύρω από την λίμνη ζει και ένα σπάνιο είδος μηκόπτερου, το Panorpa rufostigma.
 
naturagraeca.com
 
 
Ο Φενεός με την πανέμορφη Λίμνη Δόξα είναι μια πανέμορφη περιοχή της Ορεινής Κορινθίας.
Η μοναδικότητά της οφείλεται στο μεγάλο οροπέδιο που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά Ζήρεια και Χελμός καθώς και στα 9 χωριά που σχεδόν κυκλικά περιστοιχίζουν την περιοχή του Φενεού.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φενεός έχει χαρακτηριστεί "Κορινθιακή Ελβετία" για την εκπληκτική του ομορφιά. Έλατα, πεύκα και βουνά,που ειδικά τον χειμώνα όταν είναι χιονισμένα, δίνουν στον επισκέπτη την αίσθηση του αλπικού τοπίου.
Η λίμνη Δόξα είναι μία τεχνητή λίμνη που βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων, στον Αρχαίο Φενεό Κορινθίας. Η κατασκευή της ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και στηρίχτηκε στον χείμαρρο Δόξα που ρέει σε εκείνη την περιοχή. Στο κέντρο της λίμνης υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου,με πρόσβαση από την μια μεριά της λίμνης,όπου ο επισκέπτης μπορεί να κάνει τον μπάνιο του.
Στην περίμετρο της λίμνης ζουν ελεύθερα άλογα. Κάποια από αυτά έχουν εξημερωθεί και ο επισκέπτης -ειδικά τον χειμώνα- μπορεί να κάνει βόλτα με αυτά.
 
cnn.gr
 
 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΝΕΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
 
Στην ορεινή και ιδιαίτερα γραφική περιοχή του Φενεού Κορινθίας (μια περιοχή που είναι γνωστή και ως «Κορινθιακή Ελβετία»), κοντά στο χωριό Γκούρα, στα όρια με τον νομό Αχαΐας, βρίσκεται η ανδρική Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού. Η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Φενεού χαρακτηρίζεται ως «νέα» για να διακρίνεται από την παλαιά Ιερά Μονή που βρισκόταν νοτίως της σηµερινής, χαµηλότερα, σε απόσταση 1,7 χλµ.
 
Από την παλαιά μονή (Παλαιοµονάστηρο) διασώζεται µόνο ο ναός (του Αγίου Φανουρίου), που σήμερα δεσπόζει στη τεχνητή λίμνη Δόξα, σ’ ένα τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς. Κατά την παράδοση, η παλαιά μονή ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα από κάποιον µοναχό, ο οποίος καταγόταν από τα Καλάβρυτα. Η µεταφορά της μονής στη σηµερινή της θέση έγινε εξ αιτίας των πληµµυρών της λίµνης Φενεού, η οποία πολλές φορές κατέκλυζε ολόκληρο το λεκανοπέδιο και απειλούσε τα παραλίμνια χωριά. Στο τέλος του 17ου αιώνα φαίνεται ότι σηµειώθηκε η µεγαλύτερη πληµµύρα. Τότε τα νερά έφθασαν και κατέκλυσαν την παλαιά μονή με αποτέλεσμα οι μοναχοί να αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν και να αναζητήσουν ψηλότερα, άλλη ασφαλέστερη τοποθεσία. Όπως μαρτυρεί επιγραφή εκατέρωθεν της εισόδου της νέας μονής, αυτό έλαβε χώρα το 1693.
 
Η μονή ήταν Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή, δηλαδή υπαγόταν απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωσταντινουπόλεως και όχι στο Μητροπολίτη της περιοχής. Στα θεµέλιά της έφερε «σταυροπήγιον», δηλαδή σταυρό που είχε στείλει για το σκοπό αυτό ο Πατριάρχης.
H μονή αποκαλείται «του Φονιά» από το όνοµα του πλησιέστερου χωριού Φονιά. Η λέξη Φονιά ή Φονιάς είναι πιθανόν παραφθορά της αρχαίας λέξεως Φενεός.
Όπως αναφέρει σιγίλλιο του Πατριάρχη Παϊσίου, του έτους 1740, πενήντα χρόνια περίπου µετά την ίδρυσή της, δηλαδή λίγο πριν από το 1740, η μονή κάηκε εντελώς: «πυρίκαυστον εγένετο, εξ ολοκλήρου πυρποληθέν… μη μόνον την οικοδομήν αυτού άπασαν, αλλά και πάντα τα εμπεριεχόμενα αυτώ ανέκαθεν πατριαρχικά σιγιλλιώδη γράμματα». Η μονή αναγεννήθηκε εκ τέφρας, με τη συνδρομή των προεστών Παγκρατίου, Ανθίμου, Παρθενίου και Ανανίου, ηγουμενεύοντος του Δοσιθέου το 1745. Προηγουμένως, το 1754, είχε αγιογραφηθεί ο ναός από τον εξ Ιωαννίνων ζωγράφο Παναγιώτη.
 
Η προσφορά της μονής στον Αγώνα
 
Κατά το β΄ ήμισυ του 18ου αιώνα, η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Φενεού απέκτησε δύναμη και πλήθος μοναχών συνέρρευσαν συγκροτώντας ισχυρή μοναχική αδελφότητα. Έχοντας αρκετούς μορφωμένους μεταξύ των μοναχών της, η μονή «υπήρξε το κέντρον εν τη ορεινή Κορινθία ένθα προπαρεσκευάσθη ή περιοχή αύτη διά την Επανάστασιν». Η μονή υπήρξε όχι μόνο θεματοφύλακας των θρησκευτικών και εθνικών παραδόσεων στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, αλλά μεγάλο επαναστατικό κέντρο στα χρόνια του μεγάλου Αγώνα. Κατά την οθωμανική κυριαρχία διατηρούσε Κρυφό Σχολειό. Ο τότε ηγούμενος Ναθαναήλ, αλλά και πολλοί μοναχοί, μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και προετοίμασαν με συστηματικό τρόπο την Επανάσταση στην περιοχή. Ο Παπαφλέσσας και άλλοι οπλαρχηγοί φιλοξενήθηκαν πολλές φορές στη μονή, όπου οργανώθηκαν μυστικές συσκέψεις σχετικά με την πορεία του Αγώνα. Η μονή προσέφερε στους αγωνιστές του 1821 9.500 γρόσια, 15 οκάδες ασήμι, 500 γιδοπρόβατα, σιτάρι, κρασί και πολλά άλλα. Η μονή επίσης είχε πάντοτε τρεις οπλοφόρους μοναχούς και διέθεσε όλα τα υπάρχοντα της στον Αγώνα. Οι αδελφοί της μονής έτρεχαν στα στρατόπεδα και διένεμαν τροφές και άλλα χρήσιμα υπάρχοντα στους αγωνιστές. Την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου χρησιμοποίησε επανειλημμένα ως βάση και ορμητήριο του ο Γέρος του Μωριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως άλλωστε αναφέρει και ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του. Στο μοναστήρι αυτό εξαπέλυσε και τον φοβερό εκείνο λόγο «τσεκούρι και φωτιά εις τους προσκυνημένους», με τον όποιο προσπάθησε να αποτρέψει την περαιτέρω υποχωρητικότητα και τον συμβιβασμό των Ελλήνων έναντι του Οθωμανού δυνάστη.
 
Ο ηγούμενος Ναθαναήλ κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να ανορθώσει τη μονή από τις υλικές και οικονομικές ζημίες, που υπέστη κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και τη δημιουργία του πρώτου Ελληνικού Κράτους, η μονή, καθώς και τα άλλα μοναστήρια της περιοχής, έλαβαν αυτοβούλως την απόφαση (1829) να προσφέρουν το απαιτούμενο ποσό για την ίδρυση και την ετήσια λειτουργία στην Κόρινθο του Ελληνομουσείου (σχολείου), με σκοπό τη μόρφωση των ελληνόπουλων.
 
Η θρησκευτική, εθνική και κοινωνική προσφορά της Ιεράς Μονής του Αγίου Γεωργίου Φενεού υπήρξε μεγάλη καθ’ όλη τη διάρκεια του ελεύθερου βίου του Έθνους, μέχρι την έλευση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε άρχισε η παρακμή. Στα χρόνια της Κατοχής σχεδόν όλοι οι μοναχοί έπεσαν θύματα της φοβερής εμφύλιας διαμάχης και η μονή κατέστη τόπος μαρτυρίου για πολλούς. Από τότε η μονή δεν ανέκτησε την παλιά της αίγλη. Η περιουσία της δόθηκε σε ακτήμονες ή παραμένει αναξιοποίητη και η κοινωνική προσφορά της περιορίστηκε σημαντικά. Η Ιερά Μητρόπολη Κορινθίας καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για τη συντήρησή της και η κατάστασή της από πλευράς υποδομών έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικά.
 
Το μοναστήρι σήμερα
 
Σήμερα προβάλλει επιβλητικό, το τριώροφο και εντυπωσιακό οικοδόμημα που δεσπόζει πάνω από τη λίμνη. Η αυλή της μονής είναι πλακόστρωτη, ενώ εξωτερικές κλίμακες οδηγούν στους εξώστες των ορόφων των κελιών. Στον α’ όροφο, εκτός από τα κελιά, βρίσκονται δύο παρεκκλήσια. Στον β’ όροφο βρίσκεται η τράπεζα, η κουζίνα και το αρχονταρίκι.
Στο κέντρο της μονής έχει ανοικοδομηθεί το Καθολικό, το οποίο αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Πρόκειται για βασιλική μετά τρούλου. Οι τοιχογραφίες του Καθολικού είναι έργο του αγιογράφου Παναγιώτη, με σαφείς επιρροές από την Κρητική σχολή. Είναι «εκφραστικές, ζωντανές, μορφές απαλλαγμένες από το βάρος και την έννοια της επίγειας ζωής και δοσμένες με παραστατικότητα». Εντυπωσιακός είναι ο Παντοκράτωρας στον τρούλο, από τον όποιο κρέμεται εξαιρετικής τεχνικής ξύλινος χορός (πολυέλεος) με μινιατούρες, κατά την αντίστοιχη αθωνική μορφή. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο φέρει εικόνες και παραστάσεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, διπλό δωδεκάορτο, καθώς και το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου.
 
Στο Καθολικό είναι αποθησαυρισμένα τίμια λείψανα των αγίων Γεωργίου, Παντελεήμονος, Βλασίου, Παρασκευής, Μαρίνης και Θεοδώρου. Στην ψευδοροφή του πρόναου λειτουργούσε στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας Κρυφό Σχολειό, το οποίο ανέγγιχτο διασώζεται μέχρι σήμερα. Πρόναος και κυρίως ναός επικοινωνούν με τρεις αψιδωτές θύρες. Περιμετρικά του Καθολικού έχουν ανοικοδομηθεί τα διώροφα ή τριώροφα κελλιά, με «ξύλινα πατώματα και κάγκελα συνεχόμενα με κεραμιδένιο στέγαστρο». Ακολουθούν οι ξενώνες και η τράπεζα. Από τα σημαντικότερα κτίσματα του συγκροτήματος είναι το πανύψηλο πέτρινο καμπαναριό, στη δυτική πλευρά των κελλιών.
 
Στη βιβλιοθήκη της μονής φυλάσσονται αρκετά παλαιά βιβλία. Οι μοναχοί της ασχολούνται με τα καθιερωμένα διακονήματα, τη συντήρηση και ανακαίνιση της ιστορικής μονής και την φιλοξενία των επισκεπτών που αφιερώνουν τον λιγοστό χρόνο για να βιώσουν την πνευματική γαλήνη και την ανάταση που αναδύουν από την ιερότητα του χώρου και το μεγαλείο της φύσης.
 
Ηγούμενος της μονής είναι ο Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος.
 
Tηλ.: (+30) 2747041238 , 2747041226
 
monastiria.gr
 
©copyright design and developer 2016 - 2017 ©NikosT All rights reserved
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού